Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to make into
[phrase form: make]
01
μετατρέπω σε, αλλάζω σε
to change a person or thing into another
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
make
ενεστώτας
make into
γ΄ ενικό πρόσωπο
makes into
ενεστώτα μετοχή
making into
απλός αόριστος
made into
παθητική μετοχή
made into
Παραδείγματα
They made their leftover vegetables into a soup.
Μετατρέψανε τα υπολείμματα λαχανικών τους σε σούπα.



























