Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tmesis
01
τμήση, διαχωρισμός με εισαγωγή
(linguistics) the separation of parts of a compound word by insertion of one or more words, often in informal speech
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tmeses



























