Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to see to
01
φροντίζω, ασχολούμαι με
to attend to a specific task or responsibility
Transitive: to see to a task or responsibility
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
see
ενεστώτας
see to
γ΄ ενικό πρόσωπο
sees to
ενεστώτα μετοχή
seeing to
απλός αόριστος
saw to
παθητική μετοχή
seen to
Παραδείγματα
He will see to the safety regulations before the project begins.
Θα φροντίσει τους κανονισμούς ασφαλείας πριν ξεκινήσει το έργο.
02
φροντίζω, νοιάζομαι για
to look after something or someone, especially by offering assistance
Transitive: to see to sb/sth
Παραδείγματα
The mechanic will see to your car's maintenance as soon as possible.
Ο μηχανικός θα φροντίσει για τη συντήρηση του αυτοκινήτου σας το συντομότερο δυνατό.



























