Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to see to
[phrase form: see]
01
φροντίζω, ασχολούμαι με
to attend to a specific task or responsibility
Transitive: to see to a task or responsibility
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
see
ενεστώτας
see to
γ΄ ενικό πρόσωπο
sees to
ενεστώτα μετοχή
seeing to
απλός αόριστος
saw to
παθητική μετοχή
seen to
Παραδείγματα
The manager will see to the customer complaints promptly.
Ο διαχειριστής θα ασχοληθεί με τα παράπονα των πελατών αμέσως.
02
φροντίζω, νοιάζομαι για
to look after something or someone, especially by offering assistance
Transitive: to see to sb/sth
Παραδείγματα
It ’s your responsibility to see to the guests during the event.
Είναι δική σας ευθύνη να φροντίζετε τους καλεσμένους κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης.



























