Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bureaucratize
01
γραφειοκρατίζω
to run or govern an organization or state based on complicated administrative procedures
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bureaucratize
γ΄ ενικό πρόσωπο
bureaucratizes
ενεστώτα μετοχή
bureaucratizing
απλός αόριστος
bureaucratized
παθητική μετοχή
bureaucratized
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bureaucratize
bureaucrat
bureaucracy
bureau



























