abstract noun
abs
ˈæbs
ābs
tract
trækt
trākt
noun
naʊn
nawn

Ορισμός και σημασία του "abstract noun"στα αγγλικά

01

αφηρημένο ουσιαστικό, ουσιαστικό αφηρημένης έννοιας

(grammar) a noun that denotes a general quality or an idea, rather than a physical object or real world event 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
abstract nouns
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store