Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
01
φίλη, σύντροφος
(especially in text messages, on social media, etc.) a female partner that one has a sexual or romantic relationship with
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
GFs
αρσενικό ενικό
BF
θηλυκό ενικό
GF
neutral form
partner



























