dial-up
dial
daɪəl
daiel
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "dial-up"στα αγγλικά

01

κλήσης, με μόντεμ

using a modem and a conventional phone line to access the internet 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
01

κλήση, τηλεπικοινωνιακή σύνδεση

access a computer system or service remotely via a phone line 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dial-ups
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store