Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to throw on
01
φορώ βιαστικά, πετάω πάνω
to put on a piece of clothing hastily and without care
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
throw
ενεστώτας
throw on
γ΄ ενικό πρόσωπο
throws on
ενεστώτα μετοχή
throwing on
απλός αόριστος
threw on
παθητική μετοχή
thrown on
Παραδείγματα
I'll just throw a jacket on before we leave.
Θα βάλω απλά ένα σακάκι πριν φύγουμε.



























