Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
open-necked
01
ανοιχτό γιακά, χωρίς γραβάτα
(of a shirt) worn without a tie and not fastened at the neck
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most open-necked
συγκριτικός βαθμός
more open-necked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fashion-forward designer showcased a collection of open-necked dresses that exuded effortless elegance.
Ο μοντέρνος σχεδιαστής παρουσίασε μια συλλογή από φορέματα με ανοιχτό λαιμό που εξέπεμπαν αβίαστη κομψότητα.



























