Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Telephone banking
01
τηλεφωνική τραπεζική, τραπεζικές υπηρεσίες μέσω τηλεφώνου
services that banks offer their customers by telephone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
telephone bankings
LanGeek



























