Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
En suite
01
ενσυκωμένο μπάνιο
a bathroom that is directly connected to a bedroom
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
en suites
Παραδείγματα
The hotel room featured an en suite with modern fixtures and a walk-in shower.
Το δωμάτιο του ξενοδοχείου διέθετε ιδιωτικό μπάνιο με μοντέρνα εγκαταστάσεις και ντουζιέρα walk-in.
en suite
01
εν σουίτ
(of a bathroom) in a way that joins onto and belongs to a bedroom
γραμματικές πληροφορίες



























