grecian nose
gre
ˈgri:
gri
cian
ʃən
shēn
nose
nəʊz
newz

Ορισμός και σημασία του "Grecian nose"στα αγγλικά

01

ελληνική μύτη, ίσια μύτη που συνεχίζει τη γραμμή του φρυδιού χωρίς καμπύλη

a straight nose that continues the line of the brow without any curve 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Grecian noses
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store