shoulder-length
shoul
ˈʃəʊl
shewl
der
length
lɛngθ
length

Ορισμός και σημασία του "shoulder-length"στα αγγλικά

shoulder-length
01

μέχρι τους ώμους, μήκους ώμου

(of hair) long in a way that reaches down the shoulders 
shoulder-length definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shoulder-length
συγκριτικός βαθμός
more shoulder-length
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
hair, appearance, measurement
Παραδείγματα
She has shoulder-length hair that she styles every morning. 

Έχει μαλλιά μέχρι τους ώμους που τα στυλάρει κάθε πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store