Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lowlights
01
σκοτεινές τούφες
areas of the hair that are colored in a darker shade by the use of chemical substances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lowlights



























