Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hair extension
01
επέκταση μαλλιών, αναπλήρωση μαλλιών
a strand of artificial or natural hair added to someone's hair in order to make it appear longer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hair extensions
LanGeek



























