Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
porky
01
χοντρούλης, στρουμπουλός
(of a person) having a large body size
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
porkiest
συγκριτικός βαθμός
porkier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite being teased for being a bit porky in high school, Sarah embraced her body and learned to love herself.
Παρά το ότι την πείραζαν γιατί ήταν λίγο χοντρούλα στο λύκειο, η Σάρα αποδέχτηκε το σώμα της και έμαθε να αγαπάει τον εαυτό της.
Λεξικό Δέντρο
porky
pork



























