Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
porky
01
χοντρούλης, στρουμπουλός
(of a person) having a large body size
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
porkiest
συγκριτικός βαθμός
porkier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Instead of feeling self-conscious about being porky, he decided to join a gym and focus on improving his health.
Αντί να νιώθει ανασφαλής για το ότι είναι χοντρός, αποφάσισε να γραφτεί σε ένα γυμναστήριο και να επικεντρωθεί στη βελτίωση της υγείας του.
Λεξικό Δέντρο
porky
pork



























