porky
por
ˈpɔ:
paw
ky
ki
ki
parkyperky

Ορισμός και σημασία του "porky"στα αγγλικά

01

χοντρούλης, στρουμπουλός

(of a person) having a large body size 
porky definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
porkiest
συγκριτικός βαθμός
porkier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite being teased for being a bit porky in high school, Sarah embraced her body and learned to love herself. 

Παρά το ότι την πείραζαν γιατί ήταν λίγο χοντρούλα στο λύκειο, η Σάρα αποδέχτηκε το σώμα της και έμαθε να αγαπάει τον εαυτό της.

Λεξικό Δέντρο

porky
pork
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store