beanpole
bean
bin
bin
pole
pəʊl
pewl

Ορισμός και σημασία του "beanpole"στα αγγλικά

01

ψηλός και λεπτός άνθρωπος, φασολιά

someone with a very tall and thin figure 
beanpole definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
beanpoles

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

beanpole

bean

+

pole

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store