Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Beanpole
01
ψηλός και λεπτός άνθρωπος, φασολιά
someone with a very tall and thin figure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
beanpoles
Λεξικό Δέντρο
beanpole
bean
pole



























