froglet
frog
ˈfrɒg
φρογκ
let
lɪt
λιτ

Ορισμός και σημασία του "froglet"στα αγγλικά

01

νεαρός βάτραχος, βάτραχος που έχει αναπτυχθεί πρόσφατα από γυρίνο

a young frog, which has recently developed from a tadpole 
froglet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
froglets

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

froglet
frog
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store