Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bob up
01
εμφανίζομαι, αναδύομαι
to appear or come into view, often unexpectedly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
bob
ενεστώτας
bob up
γ΄ ενικό πρόσωπο
bobs up
ενεστώτα μετοχή
bobbing up
απλός αόριστος
bobbed up
παθητική μετοχή
bobbed up
Παραδείγματα
Unexpected opportunities can bob up when you least expect them.
Απροσδόκητες ευκαιρίες μπορεί να εμφανιστούν όταν λιγότερο το περιμένεις.



























