Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Zygomatic bone
01
ζυγωματικό οστό, ζυγωματική
a facial bone that contributes to the structure of the cheek and forms part of the eye socket
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
zygomatic bones



























