Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Boater
01
κανοτιέ, ψάθινο καπέλο
a round hat with a wide brim and a flat top, made of straw that is worn under the sun
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
boaters
02
άτομο που οδηγεί ή ταξιδεύει σε βάρκα, ναυτικός
someone who drives or rides in a boat
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
boater
boat



























