boater
Pronunciation
/bˈoʊɾɚ/

Ορισμός και σημασία του "boater"στα αγγλικά

01

κανοτιέ, ψάθινο καπέλο

a round hat with a wide brim and a flat top, made of straw that is worn under the sun
boater definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boaters
02

άτομο που οδηγεί ή ταξιδεύει σε βάρκα, ναυτικός

someone who drives or rides in a boat
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store