Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to zonk out
01
λιποθυμώ, χάνω τις αισθήσεις μου
lose consciousness due to a sudden trauma, for example
02
κοιμάμαι γρήγορα, πεθαίνω στον ύπνο
fall asleep fast, as when one is extremely tired
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
zonk
ενεστώτας
zonk out
γ΄ ενικό πρόσωπο
zonks out
ενεστώτα μετοχή
zonking out
απλός αόριστος
zonked out
παθητική μετοχή
zonked out



























