zigzag
zig
ˈzɪg
zig
zag
zæg
zāg
zig-zag

Ορισμός και σημασία του "zigzag"στα αγγλικά

01

ζιγκ ζαγκ, σπασμένη γραμμή

(geometry) a shape that consists of a line alternating its direction to left and right 
zigzag definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
zigzags
to zigzag
01

κινώ σε ζιγκ-ζαγκ, ελίσσομαι

travel along a zigzag path 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
zigzag
γ΄ ενικό πρόσωπο
zigzags
ενεστώτα μετοχή
zigzagging
απλός αόριστος
zigzagged
παθητική μετοχή
zigzagged
01

ζιγκ ζαγκ

in a zigzag course or on a zigzag path 
γραμματικές πληροφορίες
01

ζιγκ ζαγκ, σε ζιγκ ζαγκ

having short sharp turns or angles 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most zigzag
συγκριτικός βαθμός
more zigzag
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

zigzag

zig

+

zag

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store