Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Zigzag
01
ζιγκ ζαγκ, σπασμένη γραμμή
(geometry) a shape that consists of a line alternating its direction to left and right
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
zigzags
to zigzag
01
κινώ σε ζιγκ-ζαγκ, ελίσσομαι
travel along a zigzag path
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
zigzag
γ΄ ενικό πρόσωπο
zigzags
ενεστώτα μετοχή
zigzagging
απλός αόριστος
zigzagged
παθητική μετοχή
zigzagged
zigzag
01
ζιγκ ζαγκ
in a zigzag course or on a zigzag path
γραμματικές πληροφορίες
zigzag
01
ζιγκ ζαγκ, σε ζιγκ ζαγκ
having short sharp turns or angles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most zigzag
συγκριτικός βαθμός
more zigzag
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
zigzag
zig
zag



























