boar
boar
bɔr
μπορ
/bˈɔː/

Ορισμός και σημασία του "boar"στα αγγλικά

01

αγριόχοιρος, άγριο γουρούνι

a wild pig with a narrow body and prominent tusks, considered the ancestor of most domestic pigs
boar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boars
Παραδείγματα
A boar charged at the approaching hikers.
Ένα αγριογούρουνο επιτέθηκε στους πεζοπόρους που πλησίαζαν.
02

κάπρος, αρσενικό γουρούνι

a domestic male pig that is typically used for breeding purposes
boar definition and meaning
Παραδείγματα
In some cultures, boar meat is considered a delicacy and is served at special occasions.
Σε μερικούς πολιτισμούς, το κρέας αγριόχοιρου θεωρείται λιχουδιά και σερβίρεται σε ειδικές περιστάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store