Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Youth
01
νεαρός, έφηβος
a young man or teenage boy, typically in the stage of life between childhood and adulthood
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
youths
Παραδείγματα
The youth of today are more tech-savvy than previous generations.
Οι νέοι σήμερα είναι πιο γνώστες της τεχνολογίας από τις προηγούμενες γενιές.
Παραδείγματα
Sarah cherished the memories of her youth, filled with laughter, friendships, and new experiences.
Η Σάρα θεωρούσε πολύτιμες τις αναμνήσεις από τη νεότητά της, γεμάτες γέλιο, φιλίες και νέες εμπειρίες.
03
νεολαία, οι νέοι
young people in general, considered as a group
04
νεότητα, ανωριμότητα
early maturity; the state of being young or immature or inexperienced
05
νεότητα, ζωντάνια
the freshness and vitality characteristic of a young person
06
νεότητα, πρώιμη περίοδος ανάπτυξης
an early period of development
Λεξικό Δέντρο
youthful
youth



























