Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Boa
01
μπόα, πνικτικό φίδι
any large kind of snake that wraps around its prey and squeezes it to death, such as a python, anaconda, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boas
02
μπόα, μακρύ λεπτό αφράτο κασκόλ από φτερά ή γούνα
a long thin fluffy scarf of feathers or fur



























