yore
yore
jɔ:
yaw
boarpourroarcore

Ορισμός και σημασία του "yore"στα αγγλικά

01

πάλαι, παλιά

an era or period in the distant past, often evoked with nostalgia or poetic reverence 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The ballads tell of brave knights of yore. 

Τα μπαλάντα μιλούν για τους γενναίους ιππότες του πάλαι ποτέ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store