Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to yield up
[phrase form: yield]
01
παραδίνομαι, υποχωρώ
to surrender, typically under pressure or force applied by external factors
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
yield
ενεστώτας
yield up
γ΄ ενικό πρόσωπο
yields up
ενεστώτα μετοχή
yielding up
απλός αόριστος
yielded up
παθητική μετοχή
yielded up
Παραδείγματα
The political leader was reluctant but eventually yielded the leadership role up to a younger candidate.
Ο πολιτικός ηγέτης ήταν απρόθυμος αλλά τελικά παραχώρησε τον ρόλο της ηγεσίας σε έναν νεότερο υποψήφιο.
02
αποκαλύπτω, φανερώνω
to reveal something that is hidden or kept as a secret
Παραδείγματα
The detective finally yielded the evidence up, solving the mysterious case.
Ο ντετέκτιβ τελικά παρέδωσε τα στοιχεία, λύνοντας τη μυστηριώδη υπόθεση.



























