Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to yelp
01
γαβγίζω απότομα, κραυγάζω από πόνο ή ενθουσιασμό
to give a quick sharp cry, usually as an indication of pain or excitement, as a dog might do
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
yelp
γ΄ ενικό πρόσωπο
yelps
ενεστώτα μετοχή
yelping
απλός αόριστος
yelped
παθητική μετοχή
yelped
Yelp
01
μια διαπεραστική κραυγή, ένα δυνατό γάβγισμα
a sharp high-pitched cry (especially by a dog)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
yelps
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
yelping
yelp



























