Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Acrylic paint
01
ακρυλική βαφή, ακρυλικό
a fast-drying water-based paint that uses pigments suspended in a polymer emulsion to create a versatile and durable medium for painting on a variety of surfaces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
acrylic paints



























