Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Yarn
01
νήμα, μαλλί
a long continuous length of fibers that have been spun together to be used in knitting, weaving, or sewing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She bought a skein of soft merino yarn to knit a scarf for her grandmother.
Αγόρασε ένα κουβάρι μαλακό νήμα μερινό για να πλέξει ένα κασκόλ για τη γιαγιά της.
02
αφήγηση, ιστορία
a long narrative of events and adventures with a lot of details
to yarn
01
αφηγούμαι ιστορίες, πλάθω
tell or spin a yarn
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
yarn
γ΄ ενικό πρόσωπο
yarns
ενεστώτα μετοχή
yarning
απλός αόριστος
yarned
παθητική μετοχή
yarned



























