yarn
yarn
jɑ:n
yaan
yearn

Ορισμός και σημασία του "yarn"στα αγγλικά

01

νήμα, μαλλί

a long continuous length of fibers that have been spun together to be used in knitting, weaving, or sewing 
yarn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She bought a skein of soft merino yarn to knit a scarf for her grandmother. 

Αγόρασε ένα κουβάρι μαλακό νήμα μερινό για να πλέξει ένα κασκόλ για τη γιαγιά της.

02

αφήγηση, ιστορία

a long narrative of events and adventures with a lot of details 
to yarn
01

αφηγούμαι ιστορίες, πλάθω

tell or spin a yarn 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
yarn
γ΄ ενικό πρόσωπο
yarns
ενεστώτα μετοχή
yarning
απλός αόριστος
yarned
παθητική μετοχή
yarned
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store