Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Yardstick
01
κριτήριο, μέτρο
a standard used for comparison or evaluation, especially to measure quality or performance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
yardsticks
Παραδείγματα
The company uses customer satisfaction as a yardstick for success.
Η εταιρεία χρησιμοποιεί την ικανοποίηση των πελατών ως κριτήριο για την επιτυχία.
02
μετροταινία, κανόνας μέτρησης
a long, slender measuring tool typically made of wood or metal and marked with measurements in yards, feet, and inches



























