yardstick
yard
ˈjɑ:d
γαντ
stick
stɪk
στικ

Ορισμός και σημασία του "yardstick"στα αγγλικά

01

κριτήριο, μέτρο

a standard used for comparison or evaluation, especially to measure quality or performance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
yardsticks
Παραδείγματα
The company uses customer satisfaction as a yardstick for success. 

Η εταιρεία χρησιμοποιεί την ικανοποίηση των πελατών ως κριτήριο για την επιτυχία.

02

μετροταινία, κανόνας μέτρησης

a long, slender measuring tool typically made of wood or metal and marked with measurements in yards, feet, and inches 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

yardstick

yard

+

stick

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store