Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Acrylic
01
ακρυλικό, ακρυλική ίνα
a textile fiber made by chemical processes that is used for clothes and dries quickly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
acrylics
02
ακρυλικό
a synthetic paint that dries quickly, used by artists
03
ακρυλικό, μεθακρυλικό μεθύλιο
a glassy thermoplastic; can be cast and molded or used in coatings and adhesives
04
ακρυλικό, πολυακρυλονιτρίλιο
polymerized from acrylonitrile
acrylic
01
ακρυλικό, από ακρυλικό
made of acrylic, a synthetic material used in various applications
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dentist used acrylic resin to create durable dental prosthetics.
Ο οδοντίατρος χρησιμοποίησε ακρυλική ρητίνη για τη δημιουργία ανθεκτικών οδοντικών προθέσεων.
Λεξικό Δέντρο
acrylic
acryl



























