Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Xerography
01
ξηρογραφία, ξηρή διαδικασία φωτοτυπίας
a dry photocopying process that uses electrostatic charges to transfer toner particles onto a surface to create a printed image
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
xerographies
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
xerographic
xerography



























