xenophobe
xe
ˈzɛ
ze
no
phobe
fəʊb
fewb

Ορισμός και σημασία του "xenophobe"στα αγγλικά

01

ξενοφοβικός, άτομο με ξενοφοβία

someone who irrationally fears or dislikes things or people that seem foreign or different, often leading to prejudice 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
xenophobes
Παραδείγματα
Being a xenophobe, he resisted learning about other cultures. 

Όντας ξενοφοβικός, αντιστέκοταν στην εκμάθηση άλλων πολιτισμών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

xenophobic
xenophobe
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store