Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Xenophobe
01
ξενοφοβικός, άτομο με ξενοφοβία
someone who irrationally fears or dislikes things or people that seem foreign or different, often leading to prejudice
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
xenophobes
Παραδείγματα
Being a xenophobe, he resisted learning about other cultures.
Όντας ξενοφοβικός, αντιστέκοταν στην εκμάθηση άλλων πολιτισμών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
xenophobic
xenophobe



























