Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blueprint
01
λεπτομερές σχέδιο, τεχνικό σχέδιο
a detailed technical or architectural plan showing dimensions, materials, and specifications for construction or production
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
blueprints
Παραδείγματα
The architect drew a blueprint for the new library.
Ο αρχιτέκτονας σχεδίασε ένα λεπτομερές σχέδιο για τη νέα βιβλιοθήκη.
02
κύριο σχέδιο, λεπτομερής στρατηγική
a detailed plan or strategy designed to achieve a particular goal
Παραδείγματα
Her blueprint for success included daily goal-setting.
Το λεπτομερές σχέδιο της για την επιτυχία περιλάμβανε τον καθορισμό καθημερινών στόχων.
to blueprint
01
σχεδιάζω το σχέδιο, ετοιμάζω το σχέδιο
to produce a blueprint of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blueprint
γ΄ ενικό πρόσωπο
blueprints
ενεστώτα μετοχή
blueprinting
απλός αόριστος
blueprinted
παθητική μετοχή
blueprinted
Παραδείγματα
The architect blueprinted the new office design.
Ο αρχιτέκτονας σχεδίασε το σχέδιο του νέου γραφείου.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
blueprint
blue



























