xc
xc
ɛks
eks
oxyaxe

Ορισμός και σημασία του "xc"στα αγγλικά

01

ενενήντα, ενενηκοστός

the cardinal number that is the product of ten and nine 
xc definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ninetys
01

ενενήντα, ενενήντα

being ten more than eighty 
xc definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most xc
συγκριτικός βαθμός
more xc
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quantity, mathematics

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store