bluebird
blue
ˈblu:
bloo
bird
bɜ:d
bēd
bluebeard

Ορισμός και σημασία του "bluebird"στα αγγλικά

01

γαλάζιο πτηνό, μπλε πουλί

a mid-sized North American bird with blue plumage that feeds on wild fruits or insects 
bluebird definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bluebirds
02

γαλάζιο πτηνό, λαμπερό γαλάζιο ωδικό πτηνό της Ανατολικής Ινδίας που τρέφεται κυρίως με φρούτα

fruit-eating mostly brilliant blue songbird of the East Indies 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store