Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bluebird
01
γαλάζιο πτηνό, μπλε πουλί
a mid-sized North American bird with blue plumage that feeds on wild fruits or insects
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bluebirds
02
γαλάζιο πτηνό, λαμπερό γαλάζιο ωδικό πτηνό της Ανατολικής Ινδίας που τρέφεται κυρίως με φρούτα
fruit-eating mostly brilliant blue songbird of the East Indies
Λεξικό Δέντρο
bluebird
blue
bird



























