wyrd
wyrd
wɪəd
vied
wordwardweird

Ορισμός και σημασία του "wyrd"στα αγγλικά

01

wyrd, μοίρα

an Old English concept of fate or destiny, often believed to be influenced by supernatural forces 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The warrior’s death was seen as part of his wyrd, unavoidable and inevitable. 

Ο θάνατος του πολεμιστή θεωρήθηκε ως μέρος του wyrd του, αναπόφευκτος και αναπότρεπτος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store