written
wri
ˈrɪ
ri
tten
tən
tēn
writhen

Ορισμός και σημασία του "written"στα αγγλικά

01

γραπτός, συγγραφείς

presented in writing rather than in speech or by visual means 
written definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her written apology conveyed sincere regret for the misunderstanding and offered a resolution to the issue. 

Η γραπτή της συγγνώμη μετέφερε ειλικρινή λύπη για την παρεξήγηση και προσέφερε μια επίλυση του ζητήματος.

02

γραπτός, καταγεγραμμένος

systematically collected and written down 
03

γραμμένο, συντάχθηκε

written as for a film or play or broadcast 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store