Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to writhe
01
συστρέφομαι, στριφογυρίζω
to twist or squirm violently, from struggle, physical pain, or emotional distress
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
writhe
γ΄ ενικό πρόσωπο
writhes
ενεστώτα μετοχή
writhing
απλός αόριστος
writhed
παθητική μετοχή
writhed
Παραδείγματα
The wounded soldier writhed on the ground in agony.
Ο τραυματισμένος στρατιώτης συστρέφονταν από πόνο στο έδαφος.
02
συστρέφομαι, στριφογυρίζω
to move in twisting or coiling motions
Παραδείγματα
The vine writhed along the garden fence.
Το κλήμα συστρέφονταν κατά μήκος του φράχτη του κήπου.
03
στρίβω, λυγίζω
to twist or fold something into coiled or contorted shapes
Παραδείγματα
He writhed the wire into a loop.
Στρίφωσε το σύρμα σε έναν βρόχο.
04
πλέκω, συμπλέκω
to interweave or twist into complex, intricate, or patterned forms
Παραδείγματα
The vines writhed together into an ornate lattice.
Οι κληματίδες συστρέφονταν σε ένα διακοσμητικό πλέγμα.
Λεξικό Δέντρο
writhed
writhing
writhe



























