writer
wri
ˈraɪ
rai
ter
waiter

Ορισμός και σημασία του "writer"στα αγγλικά

01

συγγραφέας, δημιουργός

someone whose job involves writing articles, books, stories, etc. 
writer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
writers
αρσενικό ενικό
writer
θηλυκό ενικό
writer
neutral form
author
Παραδείγματα
He's a writer who focuses on science fiction. 

Είναι ένας συγγραφέας που επικεντρώνεται στην επιστημονική φαντασία.

02

συγγραφέας, συντάκτης

a person who is able to write and has written something 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

rewriter
underwriter
writer
write
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store