to wring out
wring
rɪng
ring
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "wring out"στα αγγλικά

to wring out
01

στύβω, στραβώνω

to squeeze something, typically a wet cloth or clothing, to remove excess liquid 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
wring
ενεστώτας
wring out
γ΄ ενικό πρόσωπο
wrings out
ενεστώτα μετοχή
wringing out
απλός αόριστος
wrung out
παθητική μετοχή
wrung out
Παραδείγματα
She wrung out the wet towel before hanging it up to dry. 

Αυτή στύψει τη βρεγμένη πετσέτα πριν την κρεμάσει για να στεγνώσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store