Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wring out
[phrase form: wring]
01
στύβω, στραβώνω
to squeeze something, typically a wet cloth or clothing, to remove excess liquid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
wring
ενεστώτας
wring out
γ΄ ενικό πρόσωπο
wrings out
ενεστώτα μετοχή
wringing out
απλός αόριστος
wrung out
παθητική μετοχή
wrung out
Παραδείγματα
They had to wring out their clothes after getting caught in the rain.
Έπρεπε να στύψουν τα ρούχα τους αφού πιάστηκαν στη βροχή.



























