wrestler
wrest
ˈrɛs
res
ler
wrester

Ορισμός και σημασία του "wrestler"στα αγγλικά

01

παλαιστής, ρεσλερ

an athlete who participates in wrestling 
wrestler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wrestlers
Παραδείγματα
The wrestler executed a flawless takedown to score points in the match. 

Ο παλαιστής εκτέλεσε μια άψογη μείωση για να σκοράρει πόντοι στο παιχνίδι.

Λεξικό Δέντρο

wrestler
wrestle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store