Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wrench
01
κλειδί, γαιοκλειδί
a hand tool with a handle and a jaw or jaws designed to grip, turn, or hold objects such as nuts, bolts, or pipes
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wrenches
Παραδείγματα
He used a wrench to tighten the bolts on the bicycle's handlebars.
Χρησιμοποίησε ένα κλειδί για να σφίξει τις βίδες στο τιμόνι του ποδηλάτου.
02
απότομη τράβηξη, τράνταγμα
a sudden, forceful pull
Παραδείγματα
With a quick wrench, he opened the stuck door.
Με ένα γρήγορο τράβηγμα, άνοιξε την κολλημένη πόρτα.
03
στραμπουλήγματα, εξάρθρωση
a painful twist or strain of muscles or ligaments
Παραδείγματα
He felt a wrench in his shoulder while lifting the box.
Ένιωσε μια στραμπουλήγματα στον ώμο του ενώ σήκωνε το κουτί.
to wrench
01
στραμπουλίζω, στραμπουλίζω
to twist a body part suddenly and cause a sprain
Παραδείγματα
He wrenched his ankle on the uneven step.
Στραμπουλίστηκε τον αστράγαλο στο ανομοιόματο σκαλί.
02
ξεριζώνω, αποσπώ
to twist or pull something hard and suddenly to detach it from where it is fixed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wrench
γ΄ ενικό πρόσωπο
wrenches
ενεστώτα μετοχή
wrenching
απλός αόριστος
wrenched
παθητική μετοχή
wrenched
Παραδείγματα
The dentist wrenched the decayed tooth out of the patient's mouth.
Ο οδοντίατρος ξερίζωσε το σάπιο δόντι από το στόμα του ασθενούς.
03
στρίβω απότομα, τραβώ βίαια
to make a quick, sharp twisting motion
Παραδείγματα
She wrenched her body sideways to dodge the ball.
Αυτή στρίβει το σώμα της στο πλάι για να αποφύγει την μπάλα.
04
συστρέφομαι, στριφογυρίζω
to twist or contort the body from pain or distress
Παραδείγματα
He wrenched in agony after the cramp hit.
Συστρέφθηκε από αγωνία αφού τον χτύπησε ο κράμπας.



























