Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wrecker
01
ρευμούλκο, αυτοκινητόλαφρα
a truck equipped to hoist and pull wrecked cars (or to remove cars from no-parking zones)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wreckers
02
σαμποτέρ, καταστροφέας
someone who commits sabotage or deliberately causes wrecks
03
κατεδαφιστής, αποδομητής
someone who demolishes or dismantles buildings as a job
Λεξικό Δέντρο
wrecker
wreck



























