Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wrapped
01
τυλιγμένος, καλυμμένος
covered with or as if with clothes or a wrap or cloak
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wrapped
συγκριτικός βαθμός
more wrapped
διαβαθμίσιμο
02
απορροφημένος, γοητευμένος
giving or marked by complete attention to
03
τυλιγμένος, περιτυλιγμένος
enclosed securely in a covering of paper or the like
Λεξικό Δέντρο
enwrapped
unwrapped
wrapped
wrap



























