wrangling
wrang
ˈræng
rāng
ling
lɪng
ling
wriggling

Ορισμός και σημασία του "wrangling"στα αγγλικά

01

παρατεταμένη διαμάχη, περίπλοκη διαφωνία

involvement in a prolonged and complicated argument 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wranglings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store